ΧΑΛΙΑΠΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ -Η ενσωμάτωση των μεταναστών στην Ελλάδα: Η προβληματική της δεύτερης γενιάς

 

 

 

Αλίκη Βαξεβάνογλου

Ερευνήτρια στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Κοινωνίας

της Ακαδημίας Αθηνών

 

Η μετανάστευση σήμερα : ένας καθρέφτης του σύγχρονου κόσμου 1

 

Γιατί άραγε το θέμα των μεταναστών προκαλεί τέτοια αναστάτωση σήμερα; Πριν απ΄ όλα οφείλεται στο γεγονός ότι η σημερινή μετανάστευση αποτελεί για τις σύγχρονες και ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης ένα πρωτοφανές κοινωνικό και ιστορικό φαινόμενο: οι συνθήκες διεξαγωγής της μετανάστευσης σήμερα είναι πρωτόγνωρες και κυρίως οι όροι ενσωμάτωσης των μεταναστών στην εκάστοτε κοινωνία υποδοχής τους έχουν αλλάξει ριζικά.

Το φαινόμενο της προς εργασία μετανάστευσης έτσι όπως διαμορφώθηκε στις μέρες μας δεν αφορά τόσο ζητήματα ρατσισμού ή αντιθέτως «φιλοξενίας», ούτε αποτελεί (μόνο) δημογραφικό, οικονομικό ή νομικό θέμα, όπως διατείνονται οι περισσότεροι δημοσιογράφοι επηρεάζοντας ακολούθως και την κοινή γνώμη.

Η σημερινή μετανάστευση αντιστοιχεί σε ένα «ολικό κοινωνικό φαινόμενο», δηλαδή ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο θέτει σε κίνηση το σύνολο της κοινωνίας και των θεσμών της : νομικών, οικονομικών, κοινωνικών, ηθικών, φιλοσοφικών, θρησκευτικών κλπ., σύμφωνα με τον διάσημο ορισμό του M. Mauss (1950). Η διερεύνηση του απαιτεί συνεπώς τη συμβολή διαφόρων επιστημονικών ειδικοτήτων. Όπερ και εγένετο.

Ο ακραίος όμως κατακερματισμός του αντικειμένου σε μια πληθώρα επιμέρους εξειδικευμένων προσεγγίσεων που χαρακτηρίζει σήμερα τον αντίστοιχο επιστημονικό χώρο τείνει να απολέσει την αφετηρία του, εκείνη δηλαδή της μετανάστευσης ως ολικού κοινωνικού φαινομένου…. Τεμαχισμένο σε άπειρες λεπτομερέστατες προσεγγίσεις το αρχικό επιστημονικό αντικείμενο (οι μετανάστες) είναι δύσκολα αναγνωρίσιμο. Πόσο μάλλον που ενίοτε, περιφρονώντας βαθύτατα την πραγματικότητα των ίδιων των μεταναστών, αυτή η επιστημονική υπερειδίκευση τείνει να λησμονήσει το πλέον αυτονόητο: ότι ο πρωταρχικός στόχος της προς εργασία μετανάστευσης είναι …η εύρεση μιας εργασίας!

Μέσα από αόρατες διαδρομές, μέσα από αλλόκοτες διαδικασίες αντανάκλασης οι σημερινοί μετανάστες, ως κοινωνική πραγματικότητα (και ως επιστημονικό αντικείμενο), μοιάζουν να θέτουν στις σύγχρονες κοινωνίες θεμελιώδη ερωτήματα. Πρόκειται όμως για ερωτήματα που δεν συσχετίζονται τόσο με τους ίδιους τους μετανάστες. Αντιθέτως αφορούν τη συνεκτικότητα των σύγχρονων κοινωνιών (και των αντίστοιχων επιστημονικών τους χώρων).

Το παρόν άρθρο προτίθεται να αναδείξει τη μοναδικότητα του σύγχρονου κοινωνικού και ιστορικού φαινομένου που -ελλείψει άλλου ορισμού -συνεχίζουμε να αποκαλούμε «μετανάστευση». Πρόκειται για ένα φαινόμενο το οποίο, κατά κανένα τρόπο, δεν μπορεί να ταυτιστεί με τα προηγούμενα μεταναστευτικά ρεύματα που γνώρισαν οι πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες στη διάρκεια της πρόσφατης ιστορίας τους.

Επικεντρωμένο στην ευρωπαϊκή εμπειρία το παρόν άρθρο επιχειρεί αφενός να εντοπίσει τις διαδικασίες συγκρότησης και διεξαγωγής της παλαιού τύπου μετανάστευσης και να τις αντιπαραθέσει με τις σημερινές. Αφετέρου να συγκρίνει τις διαδικασίες ενσωμάτωσης των παλαιών και των σημερινών μεταναστών στην εκάστοτε κοινωνία υποδοχής τους.

Στο πλαίσιο αυτής της ιστορικής προσέγγισης οι μετανάστες αντιμετωπίζονται ουσιαστικά ως ένας δείκτης, ένας κοινωνικός δείκτης. Και αυτό διότι από κοινωνική σκοπιά οι μετανάστες, και τότε και σήμερα, δεν είναι παρά ένα φοβισμένο, παροπλισμένο, φτηνό εργατικό δυναμικό που οφείλει, προκειμένου να επιβιώσει να προσαρμοστεί στις εκάστοτε συνθήκες, στις εκάστοτε απαιτήσεις της οικονομίας και της κοινωνίας υποδοχής του. Υπό αυτήν τη σκοπιά είναι η εκάστοτε κοινωνία που «διαμορφώνει» κατά το δοκούν την κοινωνική ταυτότητα των μεταναστών της, «κατασκευάζοντας» κοινωνικά τους μετανάστες που χρειάζεται..

 

Οι παλαιού τύπου μετανάστες και οι τότε κοινωνίες

 

Η έννοια της προς εργασία μαζικής μετανάστευσης καθιερώθηκε τον 19ο αιώνα και έως τα μέσα του 20ου αιώνα αντιστοιχούσε σε ένα πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο2. Στην ευρωπαϊκή ήπειρο ειδικά, αφορούσε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, συνδεδεμένη με την κρίση και τη διάλυση του προηγούμενου οικονομικού συστήματος και την παράλληλη ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος : αναφερόταν στη μαζική προς εργασία μετακίνηση άπορων αγροτών και εργατών, στις εκάστοτε αναπτυσσόμενες περιοχές. Εν συντομία, τη μαζική εγκατάσταση φτωχών νοτίων στις πλούσιες χώρες του Βορρά3.

Όμως αυτοί οι ξένοι εργαζόμενοι - χιλιοταλαιπωρημένοι και ενδεείς όπως είναι και οι σημερινοί μετανάστες - δεν ξεκινούσαν στα τυφλά. Ο εργασιακός τους προορισμός δεν τους ήταν μεν γνώριμος, οικείος, ήταν ωστόσο προκαθορισμένος: καλούνταν να καταλάβουν συγκεκριμένες θέσεις εργασίας (κατά κανόνα ανειδίκευτες) στην τάδε ή τη δείνα επιχείρηση. Πράγματι οι εν λόγω μετανάστες, καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης και της οικονομικής απογείωσης που ακολούθησε, συλλέγονταν από τις πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες μέσω συστηματικών, οργανωμένων αλλά και απολύτως επίσημων «εκστρατειών στρατολόγησης μεταναστών». Σε αυτές τις εκστρατείες στρατολόγησης «ξένου εργατικού δυναμικού» συμμετείχαν τόσο τα κράτη αποστολής μεταναστών όσο και τα κράτη υποδοχής μεταναστών. Είχαν μεταξύ άλλων προηγηθεί διακρατικές συμφωνίες που κανόνιζαν τις λεπτομέρειες της μεταναστευτικής διαδικασίας με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας, υπήρχαν επίσημες συμβάσεις εργασίας για επίσημες θέσεις απασχόλησης, οι οποίες με τη σειρά τους έδιναν αυτομάτως δικαίωμα συμμετοχής στο κοινωνικό κράτος της εποχής κλπ., κλπ. 4. Εν ολίγοις, στην Ευρώπη, οι «παλαιού τύπου» μετανάστες (ας ονομάσουμε έτσι για λόγους ευκρίνειας τους μετανάστες μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1970) ήταν εξ αρχής (δηλαδή πριν ακόμα καλά-καλά εγκαταλείψουν τη γενέτειρα τους) και εξ ολοκλήρου (δηλαδή σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους ως μετανάστες) επισήμως (και μάλιστα στη βάση μιας σειράς λεπτομερέστατων νομοθεσιών) ενταγμένοι στις κοινωνίες υποδοχής τους5.

Οι χώρες αποστολής μεταναστών της μεταπολεμικής περιόδου ήταν χώρες εξίσου φτωχές με τις σημερινές. Διέθεταν ωστόσο ένα οργανωμένο κράτος το οποίο, παρά την φτώχεια του ήταν σε θέση –στο πλαίσιο ενός διεθνούς πολιτικού status quo –να εξασφαλίσει ένα καθεστώς προστασίας των υποψηφίων προς μετανάστευση πολιτών τους και να οργανώσει τη διαδικασία μετανάστευσης τους. Επιπλέον φτάνοντας στη νέα τους πατρίδα, οι παλαιού τύπου μετανάστες βρίσκανε ένα οργανωμένο, συμπαγές και εν πολλοίς συνεκτικό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Συνεπώς μπορούσαν, σχεδόν αυτόματα, να ενταχθούν και αυτοί σε ένα δύσκολο αλλά κανονικό πλαίσιο εργασίας και διαβίωσης – ένα πλαίσιο νομοθετικά και κοινωνικά κατοχυρωμένο για το σύνολο του πληθυσμού.

Μερικές παρατηρήσεις:  

1-«Κανονικό και συνεκτικό» δεν σημαίνει δίχως ταξική διαστρωμάτωση, δίχως κοινωνικές και ταξικές ανισότητες. Οι μετανάστες (αρχικά για μερικούς, παγίως για κάποιους άλλους) βρίσκονταν συνήθως στην κατώτερη κλίμακα της κοινωνικής πυραμίδας (κατείχαν τις χειρότερες δουλειές και ζούσαν κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες, κ.ά. ). Όμως, και παρότι στο σύνολο τους συγκροτούσαν την πιο αδύναμη πληθυσμιακή ομάδα, ήταν ενταγμένοι στην κοινωνία υποδοχής τους: ήταν εντός κοινωνίας. Πόσο μάλλον που, συν τω χρόνω, οι περισσότεροι από αυτούς αφού εγκαταστάθηκαν οριστικά στη χώρα υποδοχής, αποκτώντας ενίοτε την αντίστοιχη υπηκοότητα, βελτίωσαν τις συνθήκες ζωής και εργασίας τους.

Θα εξετάσουμε στη συνέχεια, και σε αντιδιαστολή με το σήμερα, τί σήμαινε «κανονικό πλαίσιο εργασίας και διαβίωσης».

2- Όπως έχουν δείξει οι σχετικές μελέτες οι μετανάστες «παλαιού τύπου», νόμιμοι και ενταγμένοι μέσω της εργασίας τους6 στην κοινωνία υποδοχής τους, αποτέλεσαν ωστόσο επίδικο αντικείμενο ανάμεσα σε αντίπαλες δυνάμεις. Από τη μια εκείνους που, προκειμένου να προσαρμόσουν τα μεταναστευτικά ρεύματα στις ανάγκες της οικονομίας (δηλαδή να ελέγξουν την αγορά εργασίας), περιόριζαν το όλο θέμα σε αστυνομικό και διοικητικό έλεγχο των μεταναστών. Και από την άλλη εκείνους που δεν αντιμετώπιζαν τους μετανάστες ως φτηνά εργατικά χέρια αλλά αντιθέτως ως μέρος του πληθυσμού, ως ανθρώπινα όντα με ποικίλες και πολύπλοκες ανάγκες…. 7.

Έτσι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η λέξη «μετανάστης» καθιερώθηκε προκειμένου να ονομάσει αυτήν την πραγματικότητα του παρελθόντος. Και στο πλαίσιο μιας πολύ συγκεκριμένης διεθνούς συγκυρίας, όλοι οι μετανάστες «παλαιού τύπου» στις ευρωπαϊκές χώρες συμμετείχαν στο καθεστώς, που εν συντομία περιγράφηκε προηγουμένως.

Σήμερα όμως συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε την ίδια λέξη «μετανάστης» για ν΄ αναφερθούμε σε μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα...

 

Οι σύγχρονοι μετανάστες και οι σημερινές κοινωνίες


Κατ΄ αρχάς ας σημειωθεί πως οι ελάχιστοι μετανάστες που σήμερα κατέχουν μια αντίστοιχη θέση με εκείνη των παλαιών μεταναστών (εκείνοι δηλαδή που εισέρχονται στη χώρα υποδοχής νόμιμα και με βάση διακρατική συμφωνία, που έχουν από πριν σύμβαση ή συμβόλαιο εργασίας, που γενικότερα μπορούν και κινούνται σε ένα απολύτως νόμιμο πλαίσιο διαβίωσης και εργασίας κλπ.) αποτελούν, όπως όλοι γνωρίζουμε, μικρή μειοψηφία. Οι υπόλοιποι –η πλειονότητα των νέων μεταναστών –είναι αναγκασμένοι να διάγουν (είτε πρόσκαιρα για τους τυχερότερους, είτε παγίως για τους άλλους) σε καθεστώτα που κυμαίνονται ανάμεσα στην ημι-νομιμότητα και την παρανομία.

Το θέμα είναι ήδη πάρα πολύ σοβαρό και πρέπει να σταθούμε για λίγο.

Η «νομιμότητα» ή η «παρανομία» των σημερινών μεταναστών εξετάζεται στο παρόν άρθρο από καθαρά ιστορική και κοινωνική σκοπιά. Ενδιαφέρει επειδή αντιστοιχεί -αν μη τί άλλο- σε ένα πρωτοφανές ιστορικά και κοινωνικά δεδομένο. Υπάρχει σήμερα στις πλούσιες και πολύπλοκες ευρωπαϊκές κοινωνίες μια αξιοπρόσεκτη μερίδα του πληθυσμού η οποία ζει έξω από όλους τους επίσημους θεσμούς της κοινωνίας8. Οι παράνομοι μετανάστες σήμερα αποτελούν μια ειδική κοινωνική κατηγορία δίχως ιστορικό προηγούμενο στη σύγχρονη Ευρώπη. Δεν μπορούν να ταυτιστούν ούτε με τους παλαιού τύπου μετανάστες, ούτε βέβαια με τον κλασσικό και παράνομο «υπόκοσμο». Είναι κάτι διαφορετικό: ένα καινούργιο κοινωνικό φαινόμενο, μια καινούργια κοινωνική κατάσταση της οποίας η μια (και μόνο η μια) όψη είναι η «γραφειοκρατική παρανομία», δηλαδή η απουσία νομιμοποιητικών εγγράφων.

Προκειμένου να κατανοήσουμε αυτό το βασικό χαρακτηριστικό της σημερινής μετανάστευσης η οποία αποτελείται κυρίως από παράνομους ή ημι-παράνομους μετανάστες πρέπει να αναζητήσουμε τη διαδικασία συγκρότησης της εντάσσοντάς την στο ευρύτερο ιστορικό της πλαίσιο.

 

Οι διαδικασίες συγκρότησης της σημερινής μετανάστευσης

Η απαρχή του νέου μεταναστευτικού κύματος, συμπίπτει με την αποδυνάμωση και στη συνέχεια με την κατάρρευση του σοσιαλιστικού μπλοκ, καθώς και με τη διάλυση πολλών αφρικανικών και κάποιων ασιατικών κοινωνιών. Σήμερα κάθε «αναστάτωση» σε κάθε γωνιά του πλανήτη οδηγεί κατά κανόνα σε κύματα μετανάστευσης (πχ πρώην σοσιαλιστικές χώρες, αλλά και Αφγανιστάν, Ιράκ, κεντρικά αφρικανικά κράτη κλπ.) αρχικά προς τις γείτονες χώρες, προς μακρινότερες χώρες στη συνέχεια.

Συνεπώς, αν η τάση προς μετανάστευση εντείνεται σημαντικά με τη διάλυση του σοσιαλιστικού μπλοκ θα πρέπει να συνδεθεί με την εμφάνιση μιας «νέας τάξης πραγμάτων» που έρχεται να αντικαταστήσει την όποια ισορροπία είχε διαμορφωθεί μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Να συνδεθεί δηλαδή με τη ρευστοποίηση σε όλον τον πλανήτη των ισορροπιών που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εμπεδώθηκαν με διάφορους τρόπους για πάνω από τέσσερις δεκαετίες. Το νέο γεωπολιτικό status quo φαίνεται να χαρακτηρίζεται κυρίως από μεγαλύτερη πολιτική αστάθεια σε παγκόσμια κλίμακα με σημαντικές επιπτώσεις σε όλους τους τομείς : όμως σε αντίθεση με τη μεταπολεμική μετανάστευση, η σημερινή δεν οφείλεται τόσο στην οικονομική εξαθλίωση ορισμένων πληθυσμών όσο στην εξαθλίωση των κρατών τους «δίχως καν να αναφερθούμε σε εκείνες τις χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμες καταστάσεις, εν μέσω εμφυλίων και διώξεων πληθυσμών που με τη σειρά τους προκαλούν κύματα προσφύγων, πολλά είναι σήμερα τα κράτη που αδυνατούν να εξασφαλίσουν ένα υποτυπώδες καθεστώς προστασίας των υποψηφίων προς μετανάστευση υπηκόων τους, πόσο μάλλον να οργανώσουν τη διαδικασία μετανάστευσης : αποδιοργανωμένη διοίκηση, ασταθές πολιτικό σύστημα, ανεπαρκής υποδομή…»(Héran 2004). Πρόκειται για πληθυσμούς οι οποίοι (όπως όλοι οι μετανάστες) εγκαταλείπουν περιοχές που γνωρίζουν οικονομική δυσπραγία ή κρίση, που μεταναστεύοντας χάνουν τα όποια προηγούμενα κοινωνικά τους στηρίγματα. Όμως σήμερα, οι μετανάστες προέρχονται από κράτη ανίσχυρα να εξασφαλίσουν στους υπηκόους τους ένα μίνιμουμ προστασίας και ασφάλειας. Και αυτό αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της σημερινής μετανάστευσης, το οποίο όμως σπανίως αναφέρεται στις σχετικές μελέτες….

Με άλλα λόγια, και σε αντίθεση με ό, τι συνέβη παλαιότερα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, οι υποψήφιοι μετανάστες σήμερα δεν μπορούν να απευθυνθούν σε επίσημους αρμόδιους για τη μετανάστευση φορείς. Προϋπόθεση για να μπορέσουν να φύγουν και για να μπορέσουν να φτάσουν οι σημερινοί μετανάστες είναι να ενταχθούν (είτε εξολοκλήρου είτε αποσπασματικά, πρόσκαιρα) «ως πελάτες» (ακριβέστερα ως θύματα) σε ένα από τα περίφημα δίκτυα διακίνησης και εμπορίας παράνομων μεταναστών. Εν ολίγοις, παράλληλα με την πολιτική αποσταθεροποίηση έχουμε την εμφάνιση και την ανάπτυξη μιας «οικονομίας της μετανάστευσης», παράνομης ως επί το πλείστον, με μια περίπλοκη δικτύωση στο σύνολο πια του πλανήτη. Έχουμε δηλαδή την οργάνωση ενός εξαιρετικά διακλαδωμένου δικτύου, που από τις πιο απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη οδηγεί προς τις γαίες της Επαγγελίας διοχετεύοντας αυτό το παροπλισμένο κοινωνικά «εργατικό δυναμικό» είτε χύμα στις αγορές της Ευρώπης, είτε σε συγκεκριμένους τομείς …

Το θέμα των δικτύων διακίνησης (λαθρο)μεταναστών αποτελεί από μόνο του ένα θεμελιώδες κεφάλαιο του ζητήματος της σημερινής μετανάστευσης. Θα αρκεστώ εδώ να υπενθυμίσω μόνο τρία-τέσσερα σημεία :

  1. Κατ΄ αρχάς πως η εμφάνιση αυτών των δικτύων έγινε ακριβώς στο διάκενο που προέκυψε με την υποχώρηση της ισχύος των εθνικών κρατών. Σήμερα τις «εκστρατείες στρατολόγησης υποψηφίων μεταναστών» έχουν αναλάβει αυτά τα δίκτυα.

  2. Σε αντίθεση με το τι συνέβαινε παλαιότερα, η σημερινή μετανάστευση αντιστοιχεί σε μια αποστράγγιση της αποταμίευσης των μεσαίων στρωμάτων για τις χώρες προέλευσης μεταναστών και για τους φτωχότερους σε μια πολύχρονη εξάρτηση είτε των ίδιων, είτε των οικογενειών τους από αυτά τα κυκλώματα διακίνησης μεταναστών9.

  3. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών το 2001 τα έσοδα από το εμπόριο και μόνο λαθρομεταναστών ήταν 10 με 15 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή, περίπου το ένα τρίτο από τα κέρδη του εμπορίου ναρκωτικών, το οποίο με τη σειρά του παραμένει η βασική δραστηριότητα της οικονομίας του εγκλήματος (Widgren 2002). Ωστόσο πρόκειται για μια δραστηριότητα με λιγότερους κινδύνους.

4- Και τέλος, η διαφθορά είναι το νευραλγικό σημείο της εμπορίας ανθρώπων: πώς να μεταφέρει κανείς εκατοντάδες άτομα μέσα σε πούλμαν, ή σε φορτηγά, να τα επιβιβάσει σε πλοία, να βρει ψεύτικα χαρτιά, ίσως και βίζες στις ευρωπαϊκές πρεσβείες, να περάσει με τα οχήματα ορισμένα συνοριακά φυλάκια δίχως την συνεργία πολλών διοικητικών υπευθύνων και αστυνομικών; (Tandonnet 2003). Όπως σημειώνεται σε σχετική μελέτη «Η ίδια η φύση αυτού του εμπορίου το καθιστά ένα από τα πιο αποκαλυπτικά του επιπέδου διαφθοράς που υπάρχει στα κράτη προέλευσης των μεταναστών αλλά και στα κράτη περάσματος» (Widgren 2002).

Ένα από τα πολλά αποτελέσματα της ανάπτυξης του «εμπορίου μεταναστών» είναι βέβαια η συγκέντρωση στα σύνορα των πλούσιων ευρωπαϊκών κρατών ενός μεγάλου αριθμού «υποψηφίων» μεταναστών που επιχειρούν, με ποικιλία αποτελεσμάτων, να διασχίσουν ένα από τα τελευταία «προτείχια» που τους χωρίζουν από την «γη της Επαγγελίας». Βέβαια η οδύσσεια των σημερινών μεταναστών δεν τελειώνει όταν φτάνουν στη χώρα προορισμού τους. Εκεί ξεκινάει μια καινούργια οδύσσεια. Καθώς πλέον θα επικεντρωθούμε στην περίπτωση της Ελλάδας, ας σημειωθεί ως σύνδεση με όσα προηγήθηκαν ότι με βάση ένα δείγμα 900 μεταναστών που έφτασαν στην Ελλάδα ανάμεσα στα 2002 και 2006, το 97% δηλώνει πως εισήλθε παράνομα στην χώρα μας ενώ οι υπόλοιποι ήρθαν μεν νόμιμα αλλά ως τουρίστες10. Ας σημειωθεί ακόμα, πως σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα σε ένα δείγμα 1797 παράνομων μεταναστών το 68% εξ αυτών δηλώνει πως η εθνικότητα του ατόμου που τους βοήθησε να περάσουν τα σύνορα ήταν Έλληνας11.

Οι μετανάστες στην Ελλάδα

 

Στη συντριπτική τους πλειονότητα οι αποκαλούμενοι «οικονομικοί μετανάστες» που βρίσκονται σήμερα στην Ελλάδα εισήλθαν παράνομα στην χώρα μας. Μερικοί από αυτούς, έχοντας ζήσει για αρκετά χρόνια σε καθεστώς παρανομίας απέκτησαν κάποια στιγμή τα πολυπόθητα νομιμοποιητικά έγγραφα12. Σήμερα επισήμως καταγράφονται περίπου 700.000 νόμιμοι μετανάστες. Ας δούμε όμως από πιο κοντά τις σχετικές διαδικασίες.

Η Ελλάδα, όπως και μερικές ακόμα χώρες του Νότου, ακολουθεί –τυπικά τουλάχιστον- «ευνοϊκή μεταναστευτική πολιτική». Αυτή η πολιτική συνοψίζεται κυρίως στις τακτικές εκστρατείες νομιμοποίησης μεγάλου αριθμού λαθρομεταναστών. Το 2002 η ιταλική κυβέρνηση για παράδειγμα προέβη στη νομιμοποίηση 700.000 λαθρομεταναστών, το 2006 αποφάσισε να εντάξει επισήμως άλλους 500.000. Στην Ισπανία η 6η εκστρατεία νομιμοποίησης, αφορούσε το 2005 700.000 λαθρομετανάστες … Ωστόσο το Εθνικό Στατιστικό Ινστιτούτο της Ισπανίας (ΙΝΕ) εκτιμά πως στα 2006, σε σύνολο 3,5 εκατομμυρίων ξένων που κατοικούν στην ισπανική επικράτεια (8,4% του πληθυσμού) πάνω από 1 εκατομμύριο είναι (ακόμα) λαθραίοι. Παρόμοιο μοντέλο ισχύει και στην Ελλάδα : εάν οι διαδοχικές εκστρατείες νομιμοποίησης επέτρεψαν να φτάσουμε σήμερα ένα σύνολο 700.000 περίπου νόμιμων μεταναστών, εκτιμάται πως οι μετανάστες που παραμένουν ακόμα στη «σκιά» είναι σχεδόν άλλοι τόσοι.

Συνεπώς η εν λόγο «ευνοϊκή μεταναστευτική πολιτική» συνίσταται στην εγκατάλειψη για μεγάλα χρονικά διαστήματα των μεταναστών στην «τύχη» τους, ενώ διενεργούνται αποσπασματικές εκστρατείες διοικητικής νομιμοποίησης της παρουσίας ορισμένων μεταναστών, δίχως όμως περαιτέρω, λεπτομερέστερες, σοβαρότερες διευθετήσεις, δίχως κυρίως να ασχολείται με το σύνολο των μεταναστών13. Από αυτή την άποψη οι εκστρατείες νομιμοποίησης μεταναστών είναι αποκαλυπτικές μιας πρωτοφανούς, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, κατάστασης: τα εκάστοτε κράτη και οι κυβερνήσεις τους στην ουσία αναγνωρίζουν το γεγονός της ύπαρξης και διαβίωσης στην επικράτεια παράνομων μεταναστών. Θέτοντας τα όποια επίσημα κριτήρια νομιμοποίησης ξεχωρίζουν ποιοί από τους παράνομους μετανάστες δικαιούνται (πλέον) να βγουν από την παρανομία, καταδικάζοντας εν γνώσει όλων τους υπόλοιπους μετανάστες να συνεχίσουν τον εξ ανάγκης λάθρο ή ημι λάθρο βίο τους.

Όπως σημειώθηκε προηγουμένως, οι μετανάστες στην Ελλάδα είναι ή υπήρξαν στην πλειονότητα τους και για μεγάλα χρονικά διαστήματα παράνομοι, ανεπίσημοι, λαθραίοι14. Πολλοί συνεχίζουν να κινούνται αναγκαστικά σε χώρους σκιαδοφωτισμού σε σχέση με τους θεσμούς και η προσέγγιση τους είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ως εκ τούτου οι επίσημες προσπάθειες καταμέτρησης και ανάλυσης των χαρακτηριστικών τους είναι προβληματικές, γίνονται πάντα ελλιπέστατα, με αρκετά χρόνια καθυστέρηση και αφορούν μια και μόνο μερίδα του συνόλου.

Στην Ελλάδα, με την απογραφή του 2001 αποκτήσαμε κάποια στοιχεία για τους μετανάστες15. Πλην όμως τα στοιχεία αυτά αφορούν αποκλειστικά όσους μετανάστες εντοπίστηκαν από τους απογραφείς και όσους δέχτηκαν (δηλαδή δεν φοβήθηκαν) να απαντήσουν στις σχετικές ερωτήσεις. Πρόκειται εξ ορισμού για μετανάστες που είναι πλέον νόμιμοι, τακτοποιημένοι. Τα αποτελέσματα της απογραφής του 2001 (όπως και εκείνα των εκστρατειών νομιμοποίησης) αναπαράχθηκαν με κάθε λεπτομέρεια στον ημερήσιο τύπο και διαδόθηκαν κατά κόρον: γνωρίζουμε όλοι πια πως οι «δικοί μας» μετανάστες, στην πλειονότητα τους Αλβανοί, είναι νοικοκυραίοι, μισθωτοί, εν πολλοίς καλά ενταγμένοι, οικογενειάρχες κλπ.16. Η άκρως καθησυχαστική, παραδοσιακή εικόνα των «δικών μας» μεταναστών (από την οποία μόνο το ελληνορθόδοξο θρήσκευμα λείπει ενίοτε) είναι ταυτοχρόνως σωστή και λάθος. Είναι σωστή, όπως ήδη σημειώθηκε, ως προς τα άτομα που εξετάζει, δηλαδή όσους μετανάστες δέχτηκαν να απαντήσουν στους απογραφείς: αυτοί κατά τεκμήριο είναι οι παλαιότεροι και «τακτοποιημένοι» πλέον μετανάστες και όχι το σύνολο τους. Απουσιάζουν εξ ορισμού όλοι όσοι βρίσκονται ακόμα στις «γκρίζες ζώνες» της οικονομίας, του δικαίου, της κοινωνίας εν ολίγοις όλοι όσοι για κάποιους λόγους δεν εντάσσονται στο προφίλ του «νοικοκύρη μετανάστη».

Συνοψίζοντας, οι «νοικοκυραίοι», πια, μετανάστες (έπειτα από αρκετά χρόνια ταλαιπωρίας και παρανομίας) η «ελίτ» των σημερινών μεταναστών, οικογενειάρχες και κάτοχοι των απαραίτητων χαρτιών, τους οποίους καταμέτρησε η απογραφή του 2001, αντιπροσωπεύουν τους «τακτοποιημένους» σήμερα μετανάστες. Όμως οι «άλλοι» μετανάστες δηλαδή οι ευθέως παράνομοι, ή όσοι για κάποιον λόγο φοβήθηκαν να απαντήσουν στους απογραφείς είναι τουλάχιστον άλλοι τόσοι.

Αυτοί οι «άλλοι» μετανάστες, όπως υπογραμμίστηκε προηγουμένως, είναι εκείνοι που συνεχίζουν να κινούνται αποκλειστικά στις γκρίζες ζώνες της οικονομίας, του δικαίου, της κοινωνίας,.. Τί είναι αυτές οι γκρίζες ζώνες; Πρόκειται για χώρους ασάφειας ανάμεσα στη νομιμότητα και την παρανομία, το ρητό και το άρρητο, το τυπικά επιτρεπτό και το ουσιαστικά ισχύον.

Εκτός από την απουσία στοιχείων, για περισσότερα από δέκα χρόνια ο κοινωνικός χώρος γύρω από τους μετανάστες (με όλες τις πτυχές που αυτός αναγκαστικά περιλαμβάνει δηλαδή οικονομική, κοινωνική, νομική, θεσμική, πολιτιστική …) παρέμεινε αφημένος στην τύχη του. Όχι μόνο είχε επικρατήσει (και εν πολλοίς συνεχίζει ) η λογική του laisser faire laisser aller, αλλά ακόμα αναπτύχθηκε δραστικά όλο το σχετικό κύκλωμα και παρακύκλωμα σε όλες τις βαθμίδες και με όλες τις εκδοχές: ας υπενθυμίσω την απλή και «αγαθή», πλην όμως άτυπη, απασχόληση εργαζομένων από ιδιώτες και επιχειρήσεις κάθε μεγέθους, με αμοιβές κατά το δοκούν, την «άτυπη» και πάλι ενοικίαση στέγης (ή κάτι σαν στέγη) σε τιμές εξωφρενικές, την ανάπτυξη ενός κυκλώματος δικηγόρων και άλλων «καλοθελητών» με βασικό «επαγγελματικό» αντικείμενο τους μετανάστες. Οι όποιες αρμόδιες υπηρεσίες λειτουργούσαν και αυτές κατά το δοκούν, δίχως συστηματική οργάνωση και σαφείς οδηγίες, δίχως καμία πρόβλεψη. Ουσιαστικά η επίλυση των εκάστοτε θεμάτων αφήνονταν στη «διακριτική ευχέρεια» των εκάστοτε αρμοδίων : δηλαδή άλλοτε στην ευσυνειδησία ή την ασυνειδησία τους, άλλοτε στην ευσπλαχνία ή την ασπλαχνία τους. Οι εκάστοτε εμπλεκόμενοι έλυναν τα ζητήματα που προέκυπταν κατά το δοκούν και πάλι: από τους συνοριοφύλακες και τους αστυνομικούς, έως και τους δασκάλους και καθηγητές που υποδέχονταν στην τάξη τους παιδιά μεταναστών.

Η παντελής έλλειψη συγκεκριμένης αναλυτικής νομοθεσίας που να ανταποκρίνεται στα δεδομένα και τις ανάγκες διευθέτησης των ζητημάτων που θέτει η σημερινή μετανάστευση και κυρίως η παντελής τήρηση της όποιας σχετικής νομοθεσίας, άφησε την ελληνική κοινωνία να διαχειριστεί μόνη της (δηλαδή ο κάθε πολίτης, αλλά και ο κάθε αρμόδιος ξεχωριστά) το θέμα της ύπαρξης φτηνής εργατικής δύναμης, ανθρώπων δίχως χαρτιά, δίχως κανενός είδους κοινωνική στήριξη και δίχως ακόμα την δυνατότητα προσφυγής σε κάποια αρχή.

Ποιά μπορεί να είναι η διαπραγματευτική ικανότητα ενός ημι/νόμιμου ή ευθέως παράνομου μετανάστη σε σχέση με τον εκάστοτε εργοδότη, αφεντικό, νοικοκύρη, διοικητικό υπάλληλο, αστυνομικό, κλπ.

Όπως σημειώθηκε ήδη, οι εκστρατείες νομιμοποίησης μεταναστών (απαραίτητες προφανώς) λειτουργούν σαν συνοριοφύλακες ως προς την είσοδο στην κανονική και νόμιμη ζωή. Τα σύνορα για μια κανονικότερη ζωή είναι μεν αόρατα αλλά αδυσώπητα. Και οι μισοί (από ό,τι υπολογίζεται) από τους μετανάστες που βρίσκονται στην Ελλάδα δεν μπορούν (ακόμα) να τα διαβούν.

Η ομάδα των ανθρώπων που εμείς συλλήβδην ομαδοποιούμε ως «μετανάστες» δεν αποτελείται μόνο από διαφορετικές εθνότητες, αλλά κυρίως από πολυποίκιλες κοινωνικό-πολιτιστικές καταστάσεις. Αν όλοι επιθυμούν μια κανονική ζωή εντός κανονικού πλαισίου, οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο δεν είναι προσιτές για όλους. Η «κοινωνική διαστρωμάτωση» μεταξύ των ίδιων των λαθρομεταναστών παρουσιάζει μια απίστευτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Εκτός από τη «νομική» διαβάθμιση των μεταναστών (κατοχή κάποιων επίσημων εγγράφων ή όχι, διάρκεια ισχύος αυτών των εγγράφων κλπ.) υπάρχει μια απίστευτη διαστρωμάτωση ως προς την εργασία, και ακριβέστερα τα μέσα βιοπορισμού των μεταναστών: οι εκστρατείες νομιμοποίησης μεταναστών αποδεικνύουν ότι είναι εφικτό στη χώρα μας να επιβιώνουν για πολλά χρόνια άνθρωποι δίχως χαρτιά. Αντιθέτως είναι αδύνατο οι ίδιοι άνθρωποι να επιβιώσουν δίχως κάποια … βιοποριστικά μέσα.

Ας αναφερθούμε λοιπόν –πολύ σύντομα και περιληπτικά- όχι βέβαια στις «θέσεις εργασίας» των λαθρομεταναστών (διότι κάτι τέτοιο είναι απρόσιτο στους πολλούς) αλλά στα μέσα βιοπορισμού τους. Πρόκειται για μια τεράστια ποικιλία πρόσκαιρης κατά κανόνα απασχόλησης, κατά κανόνα εκτός συγκεκριμένου και προκαθορισμένου «εργασιακού καθεστώτος» (δίχως συμβόλαιο και ασφάλιση αλλά και δίχως προκαθορισμένα ωράρια, αμοιβές, διάρκεια) και το οποίο εντάσσεται εν πολλοίς στο τμήμα εκείνο της οικονομίας που είθισται να αποκαλείται «παραοικονομία»: από τον «προσωρινό αντικαταστάτη» πλανόδιου μικροπωλητή (!) σε συνεχή κρυφτό με τη Δημοτική Αστυνομία έως τον «σχεδόν νόμιμα» και «σχεδόν μόνιμα» απασχολούμενο σε κάποια μικροβιοτεχνία, οικοδομή, ξενοδοχειακή μονάδα, αγροτική εκμετάλλευση, κλπ. Οι κατηγορίες απασχόλησης είναι πάρα πολλές καλύπτοντας μια πολύ μεγάλη αλλά άγνωστη ακόμα ποικιλία πρόσκαιρων και συχνά ευτελών «απασχολήσεων» που -όπως γνωρίζουμε- μόνο για ορισμένους, κάποια στιγμή καταλήγουν σε εργασιακό καθεστώς που να επιτρέπει με τη σειρά του και τα πολυπόθητα νομιμοποιητικά χαρτιά.

Οι «επαγγελματικές» διαδρομές των παράνομων μεταναστών στην «παραοικονομία» ή έστω σε νόμιμες μορφές πρόσκαιρης απασχόλησης είναι μια από τις οδύσσειες (πέραν της νομικής) που αναγκάζονται να ζήσουν προκειμένου να επιβιώσουν. Θα ήθελα πλέον να επικεντρωθούμε στα ζητήματα της εργασίας. Όχι βέβαια από τη σκοπιά της «συνεισφοράς» των μεταναστών στην ελληνική οικονομία, στην ανοδική πορεία ορισμένων κλάδων, στην τόνωση της αποταμίευσης (αλλά και του ηθικού των οικονομολόγων και των τραπεζιτών)17. Θα μπορούσα βέβαια να παραπέμψω σε πολλές μελέτες που θέτουν και απαντούν στο ερώτημα της συμβολής των μεταναστών (λαθραίων και μη) στην ελληνική εθνική οικονομία (γενικώς) ή ειδικότερα στον αγροτικό τομέα, στον κατασκευαστικό τομέα, στην αύξηση της εθνικής κατανάλωσης ή της τραπεζικής αποταμίευσης...

Είναι ωστόσο προφανές πως αυτού του είδους η απασχόληση, που συχνά συντελείται δίχως προκαθορισμένα ωράρια και με την ελάχιστη δυνατή αμοιβή σε δουλειές που δεν καταδέχονται κατά κανόνα οι γηγενείς, έχει επιφέρει ανέλπιστη άνθιση (και πολλαπλά κέρδη) σε ορισμένους κλάδους και σε αρκετούς εργοδότες. Είναι επίσης προφανές πως, με εξαίρεση τα ποσά που στέλνουν στις πατρίδες τους, οι αμοιβές τους από την εκάστοτε «μαύρη» εργασία τους ξοδεύονται στην εγχώρια καταναλωτική αγορά ή καταθέτονται στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα : δηλαδή οι «μαύρες» αμοιβές τους ξαναμπαίνουν στο επίσημο οικονομικό κύκλωμα (Terray 1999: 19-20). Όμως οι οικονομικοί δείκτες δεν είναι παρά μια ελάχιστη και μονόπλευρη όψη ενός σύνθετου ζητήματος. Εδώ και πάλι ενδιαφέρει η διαδικασία, δηλαδή τα παραλειπόμενα των οικονομικών μεγεθών.

Το θέμα του «ιδιότυπου» «εργασιακού πεδίου» των σημερινών μεταναστών και λαθρομεταναστών αποτελεί κατά τη γνώμη μου τον σκληρότερο πυρήνα του όλου ζητήματος και ταυτοχρόνως ένα κλειδί για την κατανόηση του.

 

Ο σκληρός πυρήνας της εργασίας

Αναφερθήκαμε προηγουμένως στο εξαιρετικά διακλαδωμένο δίκτυο παράνομων διακινητών που, αποκομίζοντας τεράστια οικονομικά οφέλη, στρατολογούν από τις πιο απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη υποψήφιους μετανάστες και διοχετεύουν αυτό το θεσμικά παροπλισμένο «εργατικό δυναμικό» είτε χύμα στις αγορές της Ευρώπης, είτε (επί παραγγελία) σε συγκεκριμένους τομείς. Όμως και στη μία και στην άλλη περίπτωση αυτό το «εργατικό δυναμικό» προορίζεται πάντα και εξ ορισμού να εργαστεί «εκτός κανονικού πλαισίου». Τί σημαίνει εμπράκτως η προηγούμενη διαπίστωση; Σημαίνει πως η βιοποριστική οδύσσεια των λαθρομεταναστών συντελείται αποκλειστικά, όπως ήδη τονίσαμε, σε ένα «ιδιότυπο εργασιακό πεδίο» που, όταν δεν αφορά μια εντελώς πρόσκαιρη απασχόληση αφορά ευθέως την περίφημη «παραοικονομία».

Είναι αλήθεια πως στην Ελλάδα είμαστε ιδιαιτέρως εξοικειωμένοι με την παραοικονομία, στις πολλές και διαφορετικές εκδοχές της. Μια «κλασσική» μορφή

παραοικονομίας αφορά νόμιμους κατά τα άλλα γηγενείς ή αλλοδαπούς, που εργάζονται (συχνά συμπληρωματικά) ως μισθωτοί ή ως ημερομίσθιοι δίχως να έχουν δηλωθεί από τον εργοδότη τους. Με βάση κοινή συναίνεση, και τα δύο μέρη «απαλλάσσονται» από κοινού της φορολόγησης και των κρατήσεων, και γενικότερα του όποιου κρατικού και κοινωνικού ελέγχου. Πλην όμως, διαμορφώνεται πλέον ένα νέο είδος «παραοικονομίας». Η «αδήλωτη» εργασία στην περίπτωση των λαθρομεταναστών δεν είναι απλώς μια μορφή «παράτυπης» οικονομικής απασχόλησης, δεν βρίσκεται απλώς «εκτός φορολογικού ελέγχου» ή εκτός των όποιων εργασιακών, ασφαλιστικών, συνταξιοδοτικών και άλλων ιστορικών κοινωνικών κεκτημένων που ισχύουν για τους υπόλοιπους κανονικά εργαζομένους, αλλά αποτελεί την μοναδική δυνατότητα βιοπορισμού των λαθρομεταναστών και μάλιστα στη βάση μιας μηδενικής διαπραγματευτικής ικανότητας του εκάστοτε λαθρομετανάστη απέναντι στο εκάστοτε αφεντικό του. Ακριβώς επειδή είναι λαθραίος.

Εν κατακλείδι ας εξετάσουμε τη «συμβολή» της μετανάστευσης όχι στην οικονομία, ούτε στην παραοικονομία αλλά στην τάση διαμόρφωσης ενός νέου «εργασιακού πεδίου», ή ακριβέστερα ενός νέου πεδίου εργασιακών σχέσεων, πρωτοφανούς για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Αυτό το νέο πεδίο εργασιακών σχέσεων δεν αφορά αποκλειστικά τους μετανάστες, αλλά σε αυτό εντάσσονται στο σύνολο τους οι σημερινοί μετανάστες..

Υπάρχουν πλέον αρκετές μελέτες που έχουν διερευνήσει αυτήν την πτυχή της μετανάστευσης, λαθραίας και μη. Ας αναφέρω ενδεικτικά και μόνο τα συμπεράσματα δυο μελετών για την απασχόληση στον αγροτικό χώρο έξι ευρωπαϊκών χωρών18 . Οι κατηγορίες «εργαζομένων» που χρησιμοποιούνται πλέον προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί το «κόστος» της εργασίας είναι οι εξής : γηγενείς με νόμιμη απασχόληση οι οποίοι όμως δέχονται επιπλέον πάρα πολλές υπερωρίες δίχως αμοιβή (ή με ελάχιστη αμοιβή), γηγενείς που δεν έχουν δηλωθεί επισήμως (άνεργοι κλπ.), μετανάστες νόμιμοι με ή χωρίς συμβόλαιο εργασίας και τέλος, βέβαια, λαθρομετανάστες.

Η προηγούμενη απαρίθμηση είναι ενδεικτική μιας νέας κοινωνικής συνθήκης που δεν αφορά μόνο τους μετανάστες. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα παράλληλο πεδίο εργασιακών σχέσεων, ένα «γκρίζο» πεδίο εργασιακών σχέσεων το οποίο αναπτύσσεται αναιρώντας όχι μόνο το εργατικό δίκαιο, αλλά και όλες τις μέχρι χτες εργασιακές-κοινωνικές σχέσεις. Αποτελείται από φοβισμένους εργαζόμενους δίχως σταθερό συμβόλαιο εργασίας, δίχως δικαίωμα κοινωνικής προστασίας, ασφάλισης και συνδικαλιστικής εκπροσώπησης, οι οποίοι συναλλάσσονται κατά μόνας το εκάστοτε αφεντικό τους.

Εκδηλώνεται πλέον μια τάση αποδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών, με συνακόλουθο αποτέλεσμα την εμφάνιση και τον πολλαπλασιασμό μιας ποικιλίας εύθραυστων κοινωνικά καταστάσεων με επίκεντρο (βέβαια) τη δυνατότητα εργασίας αλλά και το είδος, τη διάρκεια και τη σταθερότητα αυτής της εργασίας. Πέρα και πριν από τους μετανάστες η τάση στις σύγχρονες κοινωνίες είναι να περιθωριοποιούνται όλο και μεγαλύτερες ομάδες του γηγενούς πληθυσμού. Με βάση τις καινούργιες «προσταγές της οικονομίας» υπάρχουν διευρυμένες ομάδες του γηγενούς πληθυσμού που δεν συμπεριλαμβάνονται πια στο κοινωνικό σύνολο!19

Προκύπτουν έτσι νέα, θεμελιώδη, εκρηκτικά ερωτήματα όπως σε τί μπορεί πλέον να βασίζεται η συνεκτικότητα μιας κοινωνίας (Castel 1995, Lepetit 1996).

Ωστόσο, η απεριόριστη ελαστικότητα, η κατοχυρωμένη εμπράκτως πειθάρχηση και η εξασφάλιση ενός ελαχιστοποιημένου «κόστους» εργασίας, καθιστά τους λαθρομετανάστες το πλέον βολικό, ευέλικτο, πρόσκαιρο και φοβισμένο εργατικό δυναμικό. Πόσο μάλλον που εκτός συνόρων υπάρχει ήδη δυνητικά ένα αναρίθμητο εφεδρικό εργατικό δυναμικό ανά πάσα στιγμή διαθέσιμο20.

A qui le crime profite?

Ας υπενθυμίσω πως στη Γαλλία είναι πλέον κοινός τόπος, ότι η υψηλή ραπτική (η περίφημη γαλλική haute couture), που εδρεύει στην περιοχή Sentier του Παρισιού, στηρίζεται σε ένα δίκτυο υπεργολάβων που απασχολεί αποκλειστικά λαθρομετανάστες, παλαιότερα Γιουγκοσλάβους, Τούρκους στη συνέχεια και Κινέζους σήμερα21….Συμβαίνει και εις Παρισίους.

Η αδήλωτη απασχόληση ανθρώπων που δεν υπάρχουν νομικά, θεσμικά και διοικητικά, δηλαδή των λαθρομεταναστών, συντελείται σε νόμιμες κατά τα άλλα οικονομικές μονάδες. Συνεπώς αποτελεί την ολοκλήρωση ενός «σχεδίου» απολύτως «αόρατης παράβασης» της εργατικής νομοθεσίας που όμως εμπράκτως και πολύ απτά επιτρέπει την μέγιστη ελαχιστοποίηση του κόστους εργασίας.

Είναι όμως το ζήτημα μόνο οικονομικό; Πιστεύω πως όχι. Η πλήρης θεσμική, διοικητική κλπ. ανυπαρξία των λαθρομεταναστών στη χώρα εγκατάστασης τους δημιουργεί μία νέου τύπου κοινωνική κατηγορία: τους εργαζόμενους που υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο ως βιολογικές οντότητες με ελαχιστοποιημένη κοντά στο μηδέν την κοινωνική τους και κατ΄ επέκταση την πολιτική τους υπόσταση. Αυτά τα χαρακτηριστικά τα βρίσκουμε σε όλες τις σύγχρονες και ανεπτυγμένες κοινωνίες, με την απόλυτη «ανοχή» (αν όχι τη στήριξη) των αρμόδιων πολιτικών, κυβερνητικών και ενίοτε κρατικών φορέων.

Αυτό το καινούργιο, ιδιότυπο, πλην όμως παράνομο, πεδίο εργασιακών σχέσεων λειτουργεί επισήμως αποφέροντας στους εκάστοτε εργοδότες ανέλπιστα οικονομικά οφέλη και απίστευτες δυνατότητες ελέγχου επί του εργατικού τους δυναμικού –δυνατότητες ελέγχου ισάξιες της ιστορικής δουλοπαροικίας. Αυτές οι συνθήκες διαμορφώθηκαν όμως και αναπτύχθηκαν λαθραία, δηλαδή εκτός ιστορικού, κοινωνικού και θεσμικού πλαισίου, επαναφέροντας εντός των σύγχρονων ανεπτυγμένων κοινωνιών και έπειτα από πολλές δεκαετίες, τις πιο πρωτόγονες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης πρωτοκαπιταλιστικού τύπου: επαναφέρουν στις ευρωπαϊκές κοινωνίες λησμονημένες επί αιώνες αντιλήψεις και πρακτικές που αναιρούν τη δυνατότητα ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και αυτά μας αφορούν όλους.

Βιβλιογραφία Αρθρογραφία

Αλεξιάς, Γεώργιος, 2001, «Η κοινωνική πρόσληψη και μελέτη του φαινομένου της μετανάστευσης. Μια εμπειρική μελέτη των διαδικασιών ελέγχου» στο Νομικές και κοινωνικό-πολιτικές διαστάσεις της μετανάστευσης στην Ελλάδα, Αμίτσης, Γαβριήλ & Λαζαρίδη, Γαβριέλλα, (επιμ), Αθήνα: Παπαζήσης. (σ.σ. 255-286).

Baldwin-Edwards, Martin & Arango, Joaquin, 1999, Immigrants and the Informal Economy in Southern Europe, London: Frank Cass.

Baldwin- Edwards, Martin, 2004, Στατιστικά δεδομένα για τους μετανάστες στην Ελλάδα, Αθήνα: Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Balibar, Etienne, (dir.), 1999, Sans papiers : l’archaïsme fatal, Paris: La Découverte.

Balibar, Etienne, 2004, We, the people of Europe? Reflexions on transnational citizenship, Princeton: Princeton University Press.

Balibar, Etienne, 2005, Le racisme après les races, Paris: PUF.

Bell, Nicholas, 2001, Goût amer de nos fruits et légumes, Limans: Forum civique européen. 

Bolzman, Claudio & Boucher, Manuel, «De l’immigration à l’intégration : en Europe chacun son modèle», Le monde diplomatique, Juin 2006 σ.15.

Bonnet, Jean Charles, 1976, Les pouvoirs publics français et l’immigration dans l’entre deux guerres, Lyon: Université de Lyon.

Βourdieu, Pierre, (dir.), 1993, La misère du monde, Paris: Le Seuil.

Brettell, Caroline B.& Hollιfield, James F., (dir.), 2000, Migration theory Talking across disciplines, New York: Routledge.

Caloz-Tschopp, Marie Claire, 2004, Les étrangers aux frontières de l’Europe et le spectre des camps, Paris: La Dispute.

Castel, Robert, 1995, Les métamorphoses de la question sociale. Une chronique du salariat, Paris: A Fayard.

Castles, Sephen & Miller, Mark, 2003, The Age of migration: International population movements in the modern world, New York: Palgrave.

Centre Tricontinental, 2004, Alternatives Sud Genèse et enjeux des migrations internationales, Vol 11-2004 /1, Paris: Syllepse.

Costa – Lascoux, Jacqueline, 1996, «Immigration : de l’exil à l’exclusion ? » στο L’exclusion l’état des savoirs Paugam Serge, (dir.), Paris: La découverte.

Dupaquier Jean, 1999, La population mondiale au XXeme siècle, Paris: PUF.

Friedman, Jonathan& Randiera, Shalini, 2004, Worlds on the move. Globalization, migration and cultural security, London: I.B.Tauris.

Galano, Mireille & Spire, Alexis, « French confection: le Sentier 1980 », Plein Droit, no. 55, Décembre 2002.

Gildas, Simon, (dir), 1995, Géodynamique des migrations internationales dans le monde, Paris: PUF.

Gildas, Simon, 2002, «Les Migrations internationales», Population et sociétés, Septembre 2002 no. 382.

Green, Nancy, L, 2002, Repenser la migration, Paris: PUF (ελλ. μετάφραση, 2004, Οι δρόμοι της μετανάστευσης. Σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις, Αθήνα: Σαββάλας).

Halbwachs, Maurice, 1970, Morphologie sociale, introduction A. Girard, Paris: Armand Colin.

Held, David, (dir.), 1989, Global transformation, Cambridge: Polity.

Héran, François, 2004, «Cinq idées reçues sur l’immigration», Population et sociétés no397, Janvier 2004, Paris: Institut National d’études démographiques.

Καβουνίδη, Τζένη & Χατζάκη, Λ.,1999, Αλλοδαποί που υπέβαλαν αίτηση για κάρτα προσωρινής παραμονής: Υπηκοότητα, φύλο και χωροθέτηση, Αθήνα: Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας.

Καβουνίδη, Τζένη, 2002, Χαρακτηριστικά μεταναστών: το Ελληνικό πρόγραμμα νομιμοποίησης του 1998, Αθήνα: Σάκκουλα.

Καπλάνι, Γκαζμέντ, 2006, Μικρό ημερολόγιο συνόρων, Αθήνα: Λιβάνη.

Κατσούλης, Ηλίας, (επιμ.) 1996-2002, Διαστάσεις του κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα, Αθήνα: ΕΚΚΕ.

Lepetit, Bernard, « Le travail de l’histoire», Annales Histoire, Sciences Sociales, année 51ο, no.3, Mai-Juin 1996, σ.σ. 525- 538.

Maillard, Jean, 2005, Encyclopédie de l’état du monde, Paris: La Découverte.

Marie, Caude-Valentin, «Au premier plan dans l’élasticité de l’emploi», Plein Droit no. 31, Avril 1996.

Mauss, Marcel, 1950, «Essai sur le don », in Sociologie et anthropologie, Paris: PUF.

Mazel, Olivier, 1996, L’exclusion et le social à la dérive, Paris: Le Monde-Editions.

Noiriel, Gérard, 1988, Le creuset français. Histoire de l’immigration XIXe-XXe siècle, Paris: Seuil.

Office Européen de Conseil - Recherche et formation en relations sociales, 1997, Le travail au noir dans l’agriculture, Bruxelles: Commission Européenne.

Paugam, Serge, 1991, La disqualification sociale: Essai sur la nouvelle pauvreté, Paris: PUF.

Paugam, Serge, 1993, La société française et ses pauvres, Paris: PUF.

Paugam, Serge, (dir.), 1996, L’exclusion l’état des savoirs, Paris: La Découverte.

Paugam, Serge, 2001, Le salarié de la précarité. Les nouvelles formes d’intégration professionnelle, Paris: PUF.

Paugam, Serge, 2005, Les formes élémentaires de la pauvreté, Paris: PUF.

Room, Graham J., (dir.), 1990, New Poverty in the European Community, London: Macmillian.

Room, Graham J., (dir.), 1995, Beyond the Threshold. The Measurement and Analysis of Social Exclusion, Bristol: The Policy Press.

Rosanvallon, Pierre, 1995, La nouvelle question sociale, Paris: Le Seuil.

Stalker, Peter, 2000, Workers without frontiers The impact of globalization on international migration, Geneva: Bureau International du travail.

Tandonnet, Maurice, 2003, Migrations La nouvelle vague, Paris: L’Harmattan.

Terray, Emmanuel, 1999, «Le travail des étrangers en situation irrégulière ou la délocalisation sur place» dans Sans papiers l’archaïsme fatal, Etienne Balibar (dir.)

Paris: La Découverte.

Thomas, Hélène, 1997, La production des exclus Politiques sociales et processus de désocialisation sociopolitique, Paris: PUF.

Weil, Patrick, 1991, La France et ses étrangers. L’aventure d’une politique de l’immigration 1938-1991, Paris: Calmann-Lévy.

Whul, Simon, 1992, Les Exclus face à l’emploi, Paris: Syros.

Wieviorka, Michel, 1998, Le racisme, une introduction, Paris: La Découverte.

Wieviorka, Μichel, 1999, Violence en France, Paris: Seuil.

Widgren, Jonas, 2002, « Le trafic des êtres humains » Les cahiers français: Les Migrations internationales, Mars-Avril 2002, Paris: La documentation française.

Wihtol de Wenden, Catherine, 2005, Atlas des migrations dans le monde, Paris: Autrement- Le mémorial de Caen.

Yun, Gao & Poisson, Véronique, 2005, Le trafic et l’exploitation des immigrants chinois en France, Genève: Organisation Internationale du Travail.


1 . Η ανάπτυξη της προβληματικής του παρόντος άρθρου στηρίζεται αφενός σε έναν, κατά το δυνατό έλεγχο της σχετικής βιβλιογραφίας ελληνόφωνης, γαλλόφωνης και αγγλόφωνης, αφετέρου στα στατιστικά και άλλα αριθμητικά δεδομένα που διαθέτουμε για τους μετανάστες στην Ελλάδα, και τέλος στηρίζεται στο πραγματολογικό υλικό και την ερευνητική εμπειρία που αποκόμισα από την επιτόπια έρευνα σε κέντρα υποστήριξης μεταναστών. Από την επιτόπια έρευνα, η οποία συνεχίζεται ακόμα έχει προκύψει ένα σύνθετο πραγματολογικό υλικό. Παρότι η προβληματική του παρόντος άρθρου στηρίζεται εν πολλοίς σε αυτό το πραγματολογικό υλικό είναι ακόμα πρόωρο να παρουσιάσω, αναλυτικά τα δεδομένα που έχουν προκύψει από την επιτόπια έρευνα. Ας σημειωθεί ότι πρόκειται για πολλές εκατοντάδες τυποποιημένων βιογραφικών παράνομων μεταναστών ποικίλων εθνικών προελεύσεων καθώς επίσης, σε κάποιο βαθμό, στοιχεία για τις διαδρομές και τα μέσα πραγματοποίησης της μετακίνησης αυτών των ανθρώπων από τις χώρες τους, στις χώρες όπου καταλήγουν ως παράνομοι κατά κανόνα μετανάστες, το είδος των βιοποριστικών τους επαγγελμάτων, κ.ά. . Συμπληρωματικά έχω πάρει έναν αριθμό δεκαέξι ανοιχτών συνεντεύξεων από παράνομους μετανάστες ποικίλων εθνικών προελεύσεων. Η εν λόγο έρευνα εντάσσεται στο ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα «Μετανάστες στην Ελλάδα» του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Κοινωνίας της Ακαδημίας Αθηνών. Μια πρώτη εκδοχή του παρόντος άρθρου έχει δημοσιευτεί στον 6ο τόμο της Επετηρίδας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Κοινωνίας της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 2006, σ. 51-70.


2 . Τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα πάνω από 60 εκατομμύρια Ευρωπαίοι διέσχισαν τον Ατλαντικό κατευθυνόμενοι προς τον Νέο Κόσμο για να συμμετάσχουν στο «αμερικάνικο όνειρο».

Στην ευρωπαϊκή ήπειρο, που μας ενδιαφέρει ειδικότερα εδώ, η μετανάστευση οργανώθηκε και διεξήχθη με διαφορετικούς τρόπους, και κυρίως, στο πλαίσιο των παλαιών ευρωπαϊκών κρατών, απέκτησε διαφορετική σημασιοδότηση. Η ενδο-ευρωπαϊκή μετανάστευση ξεκινάει και αυτή περίπου την ίδια εποχή. Ήδη τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα, στη Γαλλία καταφθάνουν Άγγλοι, Γερμανοί, Βέλγοι, Πολωνοί…. Το μεταναστευτικό ρεύμα προς τη Γαλλία συνεχίζεται και εντείνεται στη διάρκεια του μεσοπολέμου (από την Ιταλία, την Πολωνία, την Ισπανία) καθιστώντας το 1930 τη Γαλλία τη χώρα με τη μεγαλύτερη αύξηση του ποσοστού των ξένων στον κόσμο (υπήρχαν το 1930 515 ξένοι για 100.000 Γάλλους, ενώ στις Η.Π.Α. ήταν 492) …. Με τη λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου τα μεταναστευτικά ρεύματα όχι μόνο εντάθηκαν αλλά πλέον κατευθύνονται, προς όλες τις βορειοευρωπαϊκές χώρες Στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 η Γαλλία έχει και πάλι τα πρωτεία ως προς την αύξηση του ποσοστού των ξένων.

Σε όλες τις χώρες που έχουν μακρά παράδοση μετανάστευσης, όπως η Αμερική και η Γαλλία, υπάρχει υπεράφθονη σχετική βιβλιογραφία. Ας αρκεστώ εδώ να παραπέμψω στις δεκαεφτά σελίδες «ενδεικτικής βιβλιογραφίας» για τη μετανάστευση στη Γαλλία και την Αμερική που παραθέτει στο βιβλίο της η ιστορικός της μετανάστευσης Green, Nancy L, 2002, Repenser la migration. Για συνοπτικά αριθμητικά στοιχεία των μεταναστεύσεων βλ. Dupaquier (1999)

3 . Το 1975 υπολογίστηκε πως υπήρχαν στη Βόρεια Ευρώπη 12 εκατομμύρια ξένοι, οι περισσότεροι εκ των οποίων μετέβησαν στη διάρκεια της χρυσής τριακονταετίας οικονομικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης. Ως επί το πλείστον προέρχονταν από Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Αλγερία, Μαρόκο, Τυνησία, Τουρκία, Ισπανία, Πορτογαλία. (Centre Tricontinental 2004).

4 . Για την περίπτωση των μεταναστών στη Γαλλία, ενδεικτικά και μόνο, ας παραπέμψω στη συνθετική δουλειά του γάλλου ιστορικού G.Noiriel (1988) καθώς και στο έργο του ιστορικού P. Weil (1991).


5 . Για τις δομικές αλλαγές που γνώρισε η γαλλική κοινωνία μετά τη δεκαετία του 1970 (θεσμικές πολιτικές, οικονομικές ,κοινωνικές κ.ά. ) και το πώς αυτές επηρέασαν και επηρεάζουν τη στάση της γαλλικής κοινωνίας απέναντι στους μετανάστες παραπέμπω στην εξαιρετική ανάλυση του Μ. Wieviorka (1998).

.

6. Για την ενσωμάτωση των μεταναστών μέσω της εργασίας τους στις μεταπολεμικές βιομηχανικές κοινωνίες βλέπε Μ. Wieviorka, Michel 1998: 91-112.

7. Ειδικότερα για τις αντιπαραθέσεις αυτών των δυνάμεων στη Γαλλία βλέπε Noiriel 1988: 117-124 καθώς και Jean Charles Bonnet (1976).

8. Ζήτημα από μόνο του εκρηκτικό Ας αρκεστώ να παραπέμψω στο συλλογικό βιβλίο που επιμελήθηκε ο Εtienne Balibar (1999), βιβλίο το οποίο συνεχίζει να αποτελεί εξαίρεση τουλάχιστον ως προς την ιεράρχηση της σημασίας των ζητημάτων που θέτει η λαθρομετανάστευση. Βλέπε ακόμα Balibar 2004 και 2005.

9 . Οι ταρίφες για την «απλή μετακίνηση» είναι γνωστές : το παράνομο πέρασμα συνόρων με αυτοκίνητο στην Ανατολική Ευρώπη κοστίζει 500 δολάρια, ίδια τιμή στοιχίζει το πέρασμα με πλοίο από το Μαρόκο στην Ισπανία. Χρειάζονται 3.000 με 6.000 δολάρια από το Ιράκ και το Αφγανιστάν μέχρι την Ευρώπη ενώ το ταξίδι από την Κίνα μέχρι τις ΗΠΑ τιμάται στα 30.000 δολάρια …. κ.ά. Και βέβαια τα τιμολόγια ποικίλουν ανάλογα με τα μεταφορικά μέσα, με την ασφάλεια στην μετακίνηση κλπ. Οι φτωχότεροι είναι αναγκασμένοι να διατρέξουν και τα υψηλότερα ρίσκα. Στα καθ΄ημάς τα τιμολόγια για το πέρασμα λόγου χάρη από τις ακτές τις Τουρκίας σε κάποιο ελληνικό νησί ποικίλλουν ανάλογα με το είδος του μεταφορικού μέσου: από τη μικροσκοπική κωπήλατη βάρκα, μέχρι το μηχανοκίνητο σκάφος ή το εμπορικό πλοίο … Για τα χερσαία σύνορα ισχύει επίσης μεγάλη ποικιλία τιμολόγησης. (Stalker 2000).


10 . Πρόκειται για ένα από τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα της επιτόπιας έρευνας που διεξάγει η γράφουσα.

11. Η έρευνα αυτή διεξήχθη από το τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου με ερωτηματολόγια σε 4 γλώσσες σε ένα δείγμα 1797 παράνομων μεταναστών με τίτλο «A Study of the Control procedures in the South Eastern Mediterranean : the Case of Greece. Reciprocal Identity Politics of Policemen and Immigrants» (Αλεξιάς 2001).

12 . Θα ήθελα εδώ να παραπέμψω στο βιβλίο του Γκαζμέντ Καπλάνι ως μαρτυρία και εικονογράφηση των συνθηκών ταξιδιού, εργασίας και διαβίωσης μιας ομάδας Αλβανών λαθρομεταναστών πριν καταφέρουν να «αξιωθούν» τα περίφημα νομιμοποιητικά χαρτιά (Καπλάνι 2006).

13 . Στις περισσότερες μελέτες επισημαίνονται οι ελλείψεις στη νομικό-διοικητική τακτοποίηση. Σπανιότερα υπογραμμίζεται η «αμηχανία» ή η αδιαφορία της πολιτείας να αναλάβει το σύνολο του ζητήματος. Βλέπε ενδεικτικά Baldwin-Edwards κ.ά. 1999 και Καβουνίδη 2002.

14. Στην πραγματικότητα όλοι σχεδόν οι οικονομικοί μετανάστες στην Ελλάδα εμπίπτουν στον ορισμό της λαθρομετανάστευσης που προτείνει το Διεθνές Γραφείο Εργασίας, δηλαδή καταπάτησαν κάποια στιγμή τις σχετικές νομοθεσίες : είτε όταν εγκατέλειψαν τη χώρα τους, είτε όταν διέσχισαν τα ελληνικά σύνορά, είτε διαμένοντας δίχως χαρτιά στην Ελλάδα, είτε εργαζόμενοι δίχως να έχουν δηλωθεί, κλπ.

15. Πριν την απογραφή τα μοναδικά αριθμητικά στοιχεία ήταν εκείνα που προέκυψαν από την εκστρατεία νομιμοποίησης του 1998 (εν όλο 371.641 άτομα για την αίτηση της λευκής κάρτας, δηλαδή την προσωρινή άδεια παραμονής). Βλ σχετικά Καβουνίδη- Χατζάκη 1999 και Καβουνίδη 2002.

16. Με βάση τα στοιχεία της απογραφής, το 2001 υπάρχουν στην Ελλάδα 762.191 «αλλοδαποί» εκ των οποίων 391.674 εργάζονται. Από αυτούς το 88,9 % εργάζονται ως μισθωτοί. (Baldwin -Edwards 2004).


17. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της «στενάχωρης» λογιστικής προσέγγισης ενός πολύπλευρου κοινωνικού ζητήματος είναι το ανυπόγραφο άρθρο του Οικονομικού Δελτίου της Alpha Bank, με τίτλο «Οι οικονομικοί μετανάστες στην Ελλάδα : από την νομιμοποίηση στην ένταξη και προσέλκυση», σ.σ. 15-28.

18. Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Κάτω Χώρες και Ηνωμένο Βασίλειο. Βλέπε Office Européen de Conseil - Recherche et formation en relations sociales 1997 και Bell 2001.

19. Η βιβλιογραφία γύρω από τις μορφές κοινωνικού αποκλεισμού στις σύγχρονες ανεπτυγμένες κοινωνίες είναι ιδιαιτέρως άφθονη. Ας αναφέρω ενδεικτικά και μόνο τους Room 1990, Paugam 1991, 1993, 1996, 2001, 2005, Whul 1992, Βourdieu 1993, Rosanvallon 1995, Room 1995, Castel 1995, Olivier 1996, Thomas 1997, κ.ά.

Για την Ελλάδα ας περιοριστώ να αναφέρω τους συλλογικούς τόμους που εξέδωσε το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Ηλ. Κατσούλη (Κατσούλης 1996-2002).

20 . Αναφέρομαι εδώ στα κάθε είδους στρατόπεδα συγκέντρωσης λαθρομεταναστών. Ενδεικτικά βλέπε Caloz-Tschopp 2004.

21 . Βλέπε Galano και Spire 2002, Yun και Poissonν 2005, καθώς και το τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ French Confection του Michel Honorin.